τουφίτσα
•
- υποκοριστικό του τούφα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουφίτσα < τούφα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουφίτσα | τουφίτσες |
| Γενική | τουφίτσας | — |
| Αιτιατική | τουφίτσα | τουφίτσες |
| Κλητική | τουφίτσα | τουφίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →