τουφεκίζω
•
- πυροβολώ Βικιλεξικό
- σκοτώνω χρησιμοποιώντας τουφέκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουφεκίζω < τουφέκ(ι) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τουφεκίζω | τουφεκίζεις | τουφεκίζει | τουφεκίζουμε | τουφεκίζετε | τουφεκίζουν / τουφεκίζουνε |
| Παρατατικός | τουφέκιζα | τουφέκιζες | τουφέκιζε | τουφεκίζαμε | τουφεκίζατε | τουφέκιζαν / τουφεκίζαν / τουφεκίζανε |
| Αόριστος | τουφέκισα | τουφέκισες | τουφέκισε | τουφεκίσαμε | τουφεκίσατε | τουφέκισαν / τουφεκίσαν / τουφεκίσανε |
| Μέλλοντας | θα τουφεκίζω / θα τουφεκίσω | θα τουφεκίζεις / θα τουφεκίσεις | θα τουφεκίζει / θα τουφεκίσει | θα τουφεκίζουμε / θα τουφεκίσουμε | θα τουφεκίζετε / θα τουφεκίσετε | θα τουφεκίζουν / θα τουφεκίζουνε / θα τουφεκίσουν / θα τουφεκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τουφεκίσει | έχεις τουφεκίσει | έχει τουφεκίσει | έχουμε τουφεκίσει | έχετε τουφεκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τουφεκίσει | είχες τουφεκίσει | είχε τουφεκίσει | είχαμε τουφεκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τουφεκίσει / να τουφεκίζω / να τουφεκίσω | να έχεις τουφεκίσει / να τουφεκίζεις / να τουφεκίσεις | να έχει τουφεκίσει / να τουφεκίζει / να τουφεκίσει | να έχουμε τουφεκίσει / να τουφεκίζουμε / να τουφεκίσουμε | να έχετε τουφεκίσει / να τουφεκίζετε / να τουφεκίσετε | να τουφεκίζουν / να τουφεκίζουνε / να τουφεκίσουν / να τουφεκίσουνε |
| Προστακτική | — | τουφέκιζε / τουφέκισε | — | — | τουφεκίζετε / τουφεκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →