τουφεκίστρα
•
- στρατιωτικός όροςμέρος απ’ όπου κάποιος βάλλει με τουφέκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουφεκίστρα < τουφέκ(ι) + -ίστρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουφεκίστρα | τουφεκίστρες |
| Γενική | τουφεκίστρας | — |
| Αιτιατική | τουφεκίστρα | τουφεκίστρες |
| Κλητική | τουφεκίστρα | τουφεκίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →