Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τουφεκίστρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρατιωτικός όροςμέρος απ’ όπου κάποιος βάλλει με τουφέκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τουφεκίστρα < τουφέκ(ι) + -ίστρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτουφεκίστρατουφεκίστρες
Γενικήτουφεκίστρας—
Αιτιατικήτουφεκίστρατουφεκίστρες
Κλητικήτουφεκίστρατουφεκίστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →