τούλι
•
- διάφανο ύφασμα, όπως για παράδειγμα μπουμπουνιέρας που το δένουμε σαν ασκό και μέσα του βάζουμε κουφέτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τούλι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τούλι | τούλια |
| Γενική | τουλιού | τουλιών |
| Αιτιατική | τούλι | τούλια |
| Κλητική | τούλι | τούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →