τούρνα
•
- σαρκοφάγο ψάρι (επιστημονική ονομασία Esox lucius), που ζει σε γλυκά νερά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τούρνα < τουρκική turna < παλαιά τουρκική turna < πρωτοτουρκική *durunja
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τούρνα | τούρνες |
| Γενική | τούρνας | τουρνών |
| Αιτιατική | τούρνα | τούρνες |
| Κλητική | τούρνα | τούρνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →