τράβηγμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- τυπογραφίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό: τραβήγματαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τράβηγμα < αόριστο θέμα τράβηκ- (όπως τράβηξα τράβηκ-σα) του τραβώ + -μα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τράβηγμα | τραβήγματα |
| Γενική | τραβήγματος | τραβηγμάτων |
| Αιτιατική | τράβηγμα | τραβήγματα |
| Κλητική | τράβηγμα | τραβήγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →