τράνεμα
•
- μεγάλωμα, αύξηση Βικιλεξικό
- Πλατιά είν' η γη μας για το τράνεμα όλων (Κωστής Παλαμάς, Η πολιτεία και η μοναξιά /Έχτο βιβλίο. Στη χώρα που αρματώθηκε, 1912, 20 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1707)
Ετυμολογία
τράνεμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τράνεμα | τρανέματα |
| Γενική | τρανέματος | τρανεμάτων |
| Αιτιατική | τράνεμα | τρανέματα |
| Κλητική | τράνεμα | τρανέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →