τράος
•
- ιδιωματικόο τράγος Βικιλεξικό
- αμπάδικος τράος, (τράγος χωρίς κέρατα}
Ετυμολογία
τράος < τράγος με σίγηση ...• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →