τράχωμα
•
- ιατρικήη μολυσματική ασθένεια των ματιών, η οποία προκαλεί φλεγμονή στον επιπεφυκότα των βλεφάρων και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια όρασης και τύφλωση Βικιλεξικό
- παρωχημένοχρηματικό ποσό πέραν της συνηθισμένης προίκας που ζητούσε παλαιότερα ο γαμπρός από την οικογένεια της νύφης Βικιλεξικό
- Καὶ ὁποίας προῖκας, κατὰ τὰ νησιωτικὰ ἔθιμα. «Σπίτι στὰ Κοτρώνια, ἀμπέλι στὴν Ἀμμουδιά, ἐλιώνα στὸ Λεχούνι, χωράφι στὸ Στροφλιά». Ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, περὶ τὰ μέσα τοῦ αἰῶνος, εἶχε κολλήσει καὶ ἄλλη ψώρα. Τὸ «μέτρημα», ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς Κωνσταντινούπολιν ὠνομάζετο «τράχωμα», συνήθειαν τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχεν ἀφορίσει ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία. Ὤφειλεν ἕκαστος νὰ δώσῃ καὶ μετρητὴν προῖκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακοσίας, ἀδιάφορον. (Αλέξ. Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα)
Ετυμολογία
τράχωμα < τραχ- (<τραχύς) + -ωμα # τράχωμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τράχωμα | τραχώματα |
| Γενική | τραχώματος | τραχωμάτων |
| Αιτιατική | τράχωμα | τραχώματα |
| Κλητική | τράχωμα | τραχώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →