τρέντι
•
- μοδάτος, λουσάτος Βικιλεξικό
- «Α, δεν τα μπορώ αυτά τα τρέντι. Το Κουκάκι γεμίζε με δαύτα και χάνει την ταυτότητά του». «Θα μας φάει η δηθενιά», έκλεισε την κουβέντα ο ιδιοκτήτης. «Γι'αυτό μη ζητάς διαίτης και τα ρέστα. Η κουζίνα εδώ είναι ορίτζιναλ, πολίτικη (Ευτυχία Γιαννάκη, Πόλη στο φως, εκδ. Ίκαρος, 2018)
- τι τρέντι μπλουζίτσα είν' αυτή!
Ετυμολογία
τρέντι < αγγλική trendy (μεταφορά ξένης λέξης)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →