τρήμα
•
- ανατομίαοπή του σώματος, δίαυλος για νεύρα, αγγεία, κ.α. Βικιλεξικό
- οισοφαγικό τρήμα
Ετυμολογία
τρήμα < αρχαία ελληνική τρῆμα (τρύπημα, οπή) < θέμα τρη- του ρήματος τετραίνω (διατρυπώ), μέλλοντας τρήσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική orifice)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρήμα | τρήματα |
| Γενική | τρήματος | τρημάτων |
| Αιτιατική | τρήμα | τρήματα |
| Κλητική | τρήμα | τρήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →