τρίγαμος
•
- κοινωνιολογίαπου έχει παντρευτεί την τρίτη σύζυγο, αφού έχουν διαλυθεί οι δύο προγούμενοι γάμοι του Βικιλεξικό
- κοινωνιολογίαπου είναι παντρεμένος με τρεις συζύγους ταυτόχρονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρίγαμος < αρχαία ελληνική τρίγαμος < τρι- + γάμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίγαμος | τρίγαμη | τρίγαμο |
| Γενική | τρίγαμου | τρίγαμης | τρίγαμου |
| Αιτιατική | τρίγαμο | τρίγαμη | τρίγαμο |
| Κλητική | τρίγαμε | τρίγαμη | τρίγαμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίγαμοι | τρίγαμες | τρίγαμα |
| Γενική | τρίγαμων | τρίγαμων | τρίγαμων |
| Αιτιατική | τρίγαμους | τρίγαμες | τρίγαμα |
| Κλητική | τρίγαμοι | τρίγαμες | τρίγαμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →