τρίγωνο
•
- γεωμετρίαεπίπεδο γεωμετρικό σχήμα που σχηματίζεται από τρία ευθύγραμμα τμήματα των οποίων και οι δύο άκρες βρίσκονται ενωμένες μεταξύ τους, διαδοχικά του ενός με του άλλου Βικιλεξικό
- ισόπλευρο, ορθογώνιο, ισοσκελές, σκαληνό τρίγωνο
- μουσικό όργανοκατασκευασμένο από ένα μεταλλικό έλασμα που έχει τριγωνικό σχήμα Βικιλεξικό
- τα παιδάκια λένε τα κάλαντα χτυπώντας ένα τρίγωνο
- γλυκόείδος γλυκού που αποτελείται από κρέμα τοποθετημένη μέσα σε φύλλο κρούστας Βικιλεξικό
- εργαλείοξυλουργικό εργαλείο για τη μέτρηση γωνιών Βικιλεξικό
- γενικότερααντικείμενο με τριγωνικό σχήμα Βικιλεξικό
- Ο Δημήτρης έβαλε ένα προειδοποιητικό τρίγωνο για λόγους ασφαλείας, όταν έπαθε βλάβη το αυτοκίνητό του στον αυτοκινητόδρομο.
Ετυμολογία
τρίγωνο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρίγωνον < ουδέτερο του τρίγωνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίγωνο | τρίγωνα |
| Γενική | τρίγωνου / τριγώνου | τριγώνων |
| Αιτιατική | τρίγωνο | τρίγωνα |
| Κλητική | τρίγωνο | τρίγωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →