Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρίκοχο

/ˈtɾi.ko.xo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαεπίσημο καπέλο με τρεις γωνίες ή κόχες, που φορούσαν συνήθως οι αξιωματικοί του στρατού, του ναυτικού ή και της αστυνομίας δυτικοευρωπαϊκών χωρών Βικιλεξικό
    • Υπήρχαν και άλλοι τρεις πολιτοφύλακες, με τις αυστηρά γκρίζες στολές και τ' ασταφτερά τους τρίκοχα. (Λουίς Σεπούλβεδα, «Παρατηρήσεις σχετικά με τη διανόηση», Ιστορίες από δω κι απο κει, Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, 2011)

Ετυμολογία

τρίκοχο < τρί- + κόχη → δείτε τη λέξη τρικαντό → δείτε τη λέξη τρίκογχος (όψιμη ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρίκοχοτρίκοχα
Γενικήτρίκοχουτρίκοχων
Αιτιατικήτρίκοχοτρίκοχα
Κλητικήτρίκοχοτρίκοχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →