τρίκροτο
•
- ναυτικός όροςπολεμικό ιστιοφόρο πλοίο πριν από τον 19ο αιώνα με τρεις σειρές πυροβόλων Βικιλεξικό
- ὁ παπά Νικολής έκαυσε το τρίκροτον εις την Ερεσσώ (Ναυμαχίαι Γενικαί των Ελλήνων, κείμενο στον τρίτο πίνακα του Ιωάννη Μακρυγιάννη)
Ετυμολογία
τρίκροτο < (καθαρεύουσα) τρίκροτον εννοείται «πλοίο» κατά το δίκροτον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρίκροτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρίκροτος (εννοείται ναῦς, πλοίο με τρεις σειρές κουπιών (τριήρης). Μορφολογικά αναλύεται σε τρί- + κρότο(ς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίκροτο | τρίκροτα |
| Γενική | τρίκροτου / τρικρότου | τρίκροτων / τρικρότων |
| Αιτιατική | τρίκροτο | τρίκροτα |
| Κλητική | τρίκροτο | τρίκροτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →