τρίλοβος
•
- που διαθέτει τρεις λοβούς Βικιλεξικό
- Οι αίγαγροι που εικονίζονται σε μία τρίλοβη οινοχόη (630 – 610 π. Χ.) από το Μανδράκι επίσης, θυμίζουν την εικονογράφηση των παλαιών σπίρτων του εμπορίου ενώ στη σιδερένια στλεγγίδα (300 – 275 π. Χ) από την ίδια περιοχή, έχει διατηρηθεί στο πίσω μέρος της, μικρό κομμάτι υφάσματος.
- αρχιτεκτονικήκατασκευή με υπέρθυρο σε μορφή αψίδας που διαθέτει τρεις λοβούς Βικιλεξικό
- Εἰς τὴν πρόσοψιν τοῦ προπύλου διαμορφώνεται τρίλοβος εἴσοδος, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ πλαγίου ἐπικοινωνεῖ τὸ πρόσκτισμα μετὰ τοῦ ἀνακτορικοῦ συμπλέγματος διὰ κλίμακος, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ εἶναι πιθανῶς σύγχρονος μὲ τὸ πρόπυλον.
Ετυμολογία
τρίλοβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρίλοβος : (αρχιτεκτονικός όρος) < λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική trilobé
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίλοβος | τρίλοβή / τρίλοβη | τρίλοβο / τρίλοβό |
| Γενική | τρίλοβου | τρίλοβης | τρίλοβου |
| Αιτιατική | τρίλοβο | τρίλοβη | τρίλοβο |
| Κλητική | τρίλοβε | τρίλοβη | τρίλοβο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίλοβοι | τρίλοβες | τρίλοβα |
| Γενική | τρίλοβων | τρίλοβων | τρίλοβων |
| Αιτιατική | τρίλοβους | τρίλοβες | τρίλοβα |
| Κλητική | τρίλοβοι | τρίλοβες | τρίλοβα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →