Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρίποδας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στήριγμα με τρία πόδια Βικιλεξικό
    • Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)

Ετυμολογία

τρίποδας < αρχαία ελληνική τρίπους

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρίποδαςτρίποδες
Γενικήτρίποδατριπόδων
Αιτιατικήτρίποδατρίποδες
Κλητικήτρίποδατρίποδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →