τρίτος
•
- κάποιος που δεν εμπλέκεται άμεσα σε μια υπόθεση ή δεν έχει άμεση σχέση με κάποιο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Δεν θα ήθελα να μεταφέρεις αυτά που σου είπα σε οποιονδήποτε τρίτο,
- Αυτές είναι οφειλές προς τρίτους.
- ναυτικός όροςαξιωματικός του εμπορικού ναυτικού, ο τρίτος καπετάνιος ή ο τρίτος μηχανικός Βικιλεξικό
- Μην κάνεις του κεφαλιού σου. Ρώτα τον τρίτο.
- ο Μάρτιος (όταν διαβάζουμε ημερομηνία γραμμένη με αριθμητικά ψηφία) Βικιλεξικό
- Το χρέος θα καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 18/3 — ΣτΕ: ανάγνωση: δεκαοχτώ τρίτου
- ο τρίτος όροφος κτιρίου Βικιλεξικό
- Νομίζω μένουν στον τρίτο.
Ετυμολογία
τρίτος < ουσιαστικοποίηση του αριθμητικού, η οποία προέκυψε από την συχνή παράλειψη, ως ευκόλως εννοουμένου, του ουσιαστικού που προσδιοριζόταν από το αριθμητικό.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίτος | τρίτοι |
| Γενική | τρίτου | τρίτων |
| Αιτιατική | τρίτο | τρίτους |
| Κλητική | τρίτε | τρίτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →