τρίτωνας
•
- ζωολογίαμικρό υδρόβιο αμφίβιο του γένους Triturus, με ουρά και τέσσερα πόδια, συγγενικό της σαλαμάνδρας, που περνά μέρος της ζωής του μέσα στο νερό Βικιλεξικό
- ζωολογίαμεγάλο θαλάσσιο σαλιγκάρι (Charonia tritonis) με εντυπωσιακό, σπειροειδές κέλυφος, που ανήκει στα γαστερόποδα και συχνά ζει σε κοραλλιογενείς περιοχές Βικιλεξικό
- αστρονομίαφυσικός δορυφόρος του Ποσειδώνα, με ιδιαίτερη τροχιά και γεωλογική δραστηριότητα, ο μεγαλύτερος του πλανήτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρίτωνας < αρχαία ελληνική Τρίτων (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική triton ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική Triton)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίτωνας | τρίτωνες |
| Γενική | τρίτωνα | τριτώνων |
| Αιτιατική | τρίτωνα | τρίτωνες |
| Κλητική | τρίτωνα | τρίτωνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →