τρίχινος
•
- φτιαγμένος από τρίχες ζώων ή τριχοειδές υλικό Βικιλεξικό
- Ο ερημίτης ήταν ντυμένος με τρίχινα ρούχα.
- Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
Ετυμολογία
τρίχινος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρίχινος < τριχ(ός) + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίχινος | τρίχινη | τρίχινο |
| Γενική | τρίχινου | τρίχινης | τρίχινου |
| Αιτιατική | τρίχινο | τρίχινη | τρίχινο |
| Κλητική | τρίχινε | τρίχινη | τρίχινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρίχινοι | τρίχινες | τρίχινα |
| Γενική | τρίχινων | τρίχινων | τρίχινων |
| Αιτιατική | τρίχινους | τρίχινες | τρίχινα |
| Κλητική | τρίχινοι | τρίχινες | τρίχινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →