Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρίχρονος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι τριών χρονών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρίχρονος < τρί- + -χρονος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρίχρονοςτρίχρονητρίχρονο
Γενικήτρίχρονουτρίχρονηςτρίχρονου
Αιτιατικήτρίχρονοτρίχρονητρίχρονο
Κλητικήτρίχρονετρίχρονητρίχρονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρίχρονοιτρίχρονεςτρίχρονα
Γενικήτρίχρονωντρίχρονωντρίχρονων
Αιτιατικήτρίχρονουςτρίχρονεςτρίχρονα
Κλητικήτρίχρονοιτρίχρονεςτρίχρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →