τραβέρσα
•
- δοκάρι που χρησιμοποιείται σταυρωτά με κάποιο άλλο σε κατασκευές Βικιλεξικό
- ειδικότερατο δοκάρι, συνήθως ξύλινο, πάνω στο οποίο στηρίζονται οι μεταλλικές ράγες στο σιδηροδρομικό δίκτυο Βικιλεξικό
- γενικότεραξύλινο ή μεταλλικό δοκάρι που χρησιμοποιείται σε κατασκευές Βικιλεξικό
- λεπτό, μεγάλο και μακρόστενο υφαντό ή πλεκτό που χρησιμοποιείται σαν διακοσμητικό σε έπιπλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραβέρσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική traversa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραβέρσα | τραβέρσες |
| Γενική | τραβέρσας | τραβερσών |
| Αιτιατική | τραβέρσα | τραβέρσες |
| Κλητική | τραβέρσα | τραβέρσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →