τραβερσώνω
•
- ναυτικός όροςπλέω εκτελώντας τραβέρσο ή τραβερσάδα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποστην ορειβασία ή αντίστοιχη δραστηριότητα εκτελώ τραβέρσα, δηλαδή κινούμαι οριζόντια σε βράχο ή βουνό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραβερσώνω < ιταλική traversare + -ώνω < υστερολατινική transversare < λατινική transversus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος transverto < trans + verto
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →