τραβιέμαι
•
- με τραβούν Βικιλεξικό
- ασχολούμαι για πολύ καιρό με υπόθεση που με ταλαιπωρεί, ταλαιπωρούμαι Βικιλεξικό
- έχω μια μακροχρόνια ερωτική σχέση (συχνά εννοείται ότι αυτή σχέση είναι προβληματική ή αδιέξοδη) Βικιλεξικό
- εφαρμόζω την πρακτική της διακοπτόμενης συνουσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραβιέμαι < παθητική φωνή του τραβώ
Άλλοι τύποι
τραβήχτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →