τραβολογώ
•
- κυριολεκτικάτραβάω κάποιο άτομο, συνήθως με άσχημο τρόπο Βικιλεξικό
- μεταφορικάταλαιπωρώ κάποιον συνήθως με συνεχείς και χωρίς λόγο μετακινήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραβολογώ < τραβώ + -ο- + -λογώ
Άλλοι τύποι
τραβολογάωτραβολογήσωτραβολογημένοςτραβολογιέμαιτραβολογούσατραβολόγησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →