τραγίλα
•
- γενικότεραβαρβατίλα Βικιλεξικό
- ειδικότεραη μυρωδιά τράγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγίλα < τράγος + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγίλα | τραγίλες |
| Γενική | τραγίλας | — |
| Αιτιατική | τραγίλα | τραγίλες |
| Κλητική | τραγίλα | τραγίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →