Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τράγο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγίσιος < τράγος + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγίσιοςτραγίσιατραγίσιο
Γενικήτραγίσιουτραγίσιαςτραγίσιου
Αιτιατικήτραγίσιοτραγίσιατραγίσιο
Κλητικήτραγίσιετραγίσιατραγίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγίσιοιτραγίσιεςτραγίσια
Γενικήτραγίσιωντραγίσιωντραγίσιων
Αιτιατικήτραγίσιουςτραγίσιεςτραγίσια
Κλητικήτραγίσιοιτραγίσιεςτραγίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →