τραγικοποιούμαι
•
- με παρουσιάζουν ή με βιώνουν σε τραγικότερες διαστάσεις από εκείνες που έχω στην πραγματικότητα, υπερβάλλουν στα δραματικά στοιχεία που με χαρακτηρίζουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγικοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τραγικοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τραγικοποιούμαι | τραγικοποιείσαι | τραγικοποιείται | τραγικοποιούμαστε | τραγικοποιείστε | τραγικοποιούνται |
| Παρατατικός | τραγικοποιούμουν | τραγικοποιούσουν | τραγικοποιούνταν | τραγικοποιούμασταν / τραγικοποιούμαστε | τραγικοποιούσασταν / τραγικοποιούσαστε | τραγικοποιούνταν |
| Αόριστος | τραγικοποιήθηκα | τραγικοποιήθηκες | τραγικοποιήθηκε | τραγικοποιηθήκαμε | τραγικοποιηθήκατε | τραγικοποιήθηκαν / τραγικοποιηθήκαν / τραγικοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα τραγικοποιηθώ / θα τραγικοποιούμαι | θα τραγικοποιείσαι / θα τραγικοποιηθείς | θα τραγικοποιείται / θα τραγικοποιηθεί | θα τραγικοποιηθούμε / θα τραγικοποιούμαστε | θα τραγικοποιείστε / θα τραγικοποιηθείτε | θα τραγικοποιηθούν / θα τραγικοποιηθούνε / θα τραγικοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω τραγικοποιηθεί | έχεις τραγικοποιηθεί | έχει τραγικοποιηθεί | έχουμε τραγικοποιηθεί | έχετε τραγικοποιηθεί | έχουν τραγικοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα τραγικοποιηθεί | είχες τραγικοποιηθεί | είχε τραγικοποιηθεί | είχαμε τραγικοποιηθεί | είχατε τραγικοποιηθεί | είχαν τραγικοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιηθώ / να τραγικοποιούμαι | να έχεις τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιείσαι / να τραγικοποιηθείς | να έχει τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιείται / να τραγικοποιηθεί | να έχουμε τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιηθούμε / να τραγικοποιούμαστε | να έχετε τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιείστε / να τραγικοποιηθείτε | να έχουν τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιηθούν / να τραγικοποιηθούνε / να τραγικοποιούνται |
| Προστακτική | — | τραγικοποιήσου | — | — | τραγικοποιείστε / τραγικοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →