Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγικοποιούμαι

ρήμα
•
  1. με παρουσιάζουν ή με βιώνουν σε τραγικότερες διαστάσεις από εκείνες που έχω στην πραγματικότητα, υπερβάλλουν στα δραματικά στοιχεία που με χαρακτηρίζουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγικοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τραγικοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτραγικοποιούμαιτραγικοποιείσαιτραγικοποιείταιτραγικοποιούμαστετραγικοποιείστετραγικοποιούνται
Παρατατικόςτραγικοποιούμουντραγικοποιούσουντραγικοποιούνταντραγικοποιούμασταν / τραγικοποιούμαστετραγικοποιούσασταν / τραγικοποιούσαστετραγικοποιούνταν
Αόριστοςτραγικοποιήθηκατραγικοποιήθηκεςτραγικοποιήθηκετραγικοποιηθήκαμετραγικοποιηθήκατετραγικοποιήθηκαν / τραγικοποιηθήκαν / τραγικοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα τραγικοποιηθώ / θα τραγικοποιούμαιθα τραγικοποιείσαι / θα τραγικοποιηθείςθα τραγικοποιείται / θα τραγικοποιηθείθα τραγικοποιηθούμε / θα τραγικοποιούμαστεθα τραγικοποιείστε / θα τραγικοποιηθείτεθα τραγικοποιηθούν / θα τραγικοποιηθούνε / θα τραγικοποιούνται
Παρακείμενοςέχω τραγικοποιηθείέχεις τραγικοποιηθείέχει τραγικοποιηθείέχουμε τραγικοποιηθείέχετε τραγικοποιηθείέχουν τραγικοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα τραγικοποιηθείείχες τραγικοποιηθείείχε τραγικοποιηθείείχαμε τραγικοποιηθείείχατε τραγικοποιηθείείχαν τραγικοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιηθώ / να τραγικοποιούμαινα έχεις τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιείσαι / να τραγικοποιηθείςνα έχει τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιείται / να τραγικοποιηθείνα έχουμε τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιηθούμε / να τραγικοποιούμαστενα έχετε τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιείστε / να τραγικοποιηθείτενα έχουν τραγικοποιηθεί / να τραγικοποιηθούν / να τραγικοποιηθούνε / να τραγικοποιούνται
Προστακτική—τραγικοποιήσου——τραγικοποιείστε / τραγικοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →