Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγογένης

/tɾa.ɣoˈʝe.nis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υβριστικόπου έχει μυτερό γένι σαν του τράγου Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τη διήγηση […] ο γνωστικός, μαθαίνοντας πως ο τρελός αδελφός του σκότωσε τον παπά και τον έριξε στο πηγάδι, σκοτώνει έναν τράγο και ρίχνει το κεφάλι του στο ίδιο πηγάδι. Ωστόσο ο τρελός πηγαίνει στην αστυνομία και κάνει γνωστό πως σκότωσε έναν παπά τραγογένη. Όμως βρίσκουν τον τράγο και υποθέτουν ότι αυτόν εννοούσε.

Ετυμολογία

τραγογένης < τράγ(ος) + -ο- + -γένης (γένι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραγογένηςτραγογένηδες
Γενικήτραγογένητραγογένηδων
Αιτιατικήτραγογένητραγογένηδες
Κλητικήτραγογένητραγογένηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →