τραγογένης
•
- υβριστικόπου έχει μυτερό γένι σαν του τράγου Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με τη διήγηση […] ο γνωστικός, μαθαίνοντας πως ο τρελός αδελφός του σκότωσε τον παπά και τον έριξε στο πηγάδι, σκοτώνει έναν τράγο και ρίχνει το κεφάλι του στο ίδιο πηγάδι. Ωστόσο ο τρελός πηγαίνει στην αστυνομία και κάνει γνωστό πως σκότωσε έναν παπά τραγογένη. Όμως βρίσκουν τον τράγο και υποθέτουν ότι αυτόν εννοούσε.
Ετυμολογία
τραγογένης < τράγ(ος) + -ο- + -γένης (γένι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγογένης | τραγογένηδες |
| Γενική | τραγογένη | τραγογένηδων |
| Αιτιατική | τραγογένη | τραγογένηδες |
| Κλητική | τραγογένη | τραγογένηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →