τραγουδιστικός
•
- που έχει σχέση με τον τραγουδιστή (ή το τραγούδι) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγουδιστικός < τραγουδιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγουδιστικός | τραγουδιστική | τραγουδιστικό |
| Γενική | τραγουδιστικού | τραγουδιστικής | τραγουδιστικού |
| Αιτιατική | τραγουδιστικό | τραγουδιστική | τραγουδιστικό |
| Κλητική | τραγουδιστικέ | τραγουδιστική | τραγουδιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγουδιστικοί | τραγουδιστικές | τραγουδιστικά |
| Γενική | τραγουδιστικών | τραγουδιστικών | τραγουδιστικών |
| Αιτιατική | τραγουδιστικούς | τραγουδιστικές | τραγουδιστικά |
| Κλητική | τραγουδιστικοί | τραγουδιστικές | τραγουδιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →