Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγουδιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον τραγουδιστή (ή το τραγούδι) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγουδιστικός < τραγουδιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγουδιστικόςτραγουδιστικήτραγουδιστικό
Γενικήτραγουδιστικούτραγουδιστικήςτραγουδιστικού
Αιτιατικήτραγουδιστικότραγουδιστικήτραγουδιστικό
Κλητικήτραγουδιστικέτραγουδιστικήτραγουδιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγουδιστικοίτραγουδιστικέςτραγουδιστικά
Γενικήτραγουδιστικώντραγουδιστικώντραγουδιστικών
Αιτιατικήτραγουδιστικούςτραγουδιστικέςτραγουδιστικά
Κλητικήτραγουδιστικοίτραγουδιστικέςτραγουδιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →