Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγουδιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τραγούδι ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με το τραγούδι ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγουδιστός < τραγουδώ + -ιστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγουδιστόςτραγουδιστήτραγουδιστό
Γενικήτραγουδιστούτραγουδιστήςτραγουδιστού
Αιτιατικήτραγουδιστότραγουδιστήτραγουδιστό
Κλητικήτραγουδιστέτραγουδιστήτραγουδιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραγουδιστοίτραγουδιστέςτραγουδιστά
Γενικήτραγουδιστώντραγουδιστώντραγουδιστών
Αιτιατικήτραγουδιστούςτραγουδιστέςτραγουδιστά
Κλητικήτραγουδιστοίτραγουδιστέςτραγουδιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →