τραγωδία
•
- θέατροείδος της αρχαίας δραματικής ποίησης, το σοβαρό δράμα που παρουσιάζει συνήθως ένα μύθο ή σπανιότερα ένα ιστορικό γεγονός με εκφραστικό όργανο τον ποιητικό λόγο και αποσκοπεί στο να συγκινήσει και να διδάξει Βικιλεξικό
- θέατροένα έργο που ανήκει στο είδος αυτό Βικιλεξικό
- θέατροείδος του νεότερου θεάτρου με τραγικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγεγονός που συγκλονίζει με το μέγεθος της καταστροφής που προκλήθηκε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγωδία < αρχαία ελληνική τραγῳδία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραγωδία | τραγωδίες |
| Γενική | τραγωδίας | τραγωδιών |
| Αιτιατική | τραγωδία | τραγωδίες |
| Κλητική | τραγωδία | τραγωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →