Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγωδοποιία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θέατροη τέχνη του τραγωδού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραγωδοποιία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τραγῳδοποιία. Συγχρονικά αναλύεται σε τραγωδ(ός) + -ο- + -ποιία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραγωδοποιίατραγωδοποιίες
Γενικήτραγωδοποιίαςτραγωδοποιιών
Αιτιατικήτραγωδοποιίατραγωδοποιίες
Κλητικήτραγωδοποιίατραγωδοποιίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →