Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραγόπαπας

/tɾaˈɣo.pa.pas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υβριστικόιερέας που δεν τηρεί τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται στο σχήμα του· ο παπάς που μεταφορικά έχει κέρατα τράγου όπως ο διάβολος Βικιλεξικό
    • Ὀχτὼ τραγοπαπάδες ἔθαψαν τὴν γυναῖκα προχτὲς τοῦ Π. Θεωνᾶ καὶ ἀφοῦ ἐπληρώθηκαν ἄφησαν τὸ λείψανο μάρμαρο καὶ ἔφυγαν χωρὶς νὰ μένῃ κἀνένας νὰ τῆς ρίξῃ τὸ χῶμα. Ἔπειτα σοῦ λὲν: Σέβου τὸ ἱερατεῖον.

Ετυμολογία

τραγόπαπας < τράγ(ος) + -ό- + παπάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραγόπαπαςτραγοπαπάδες
Γενικήτραγόπαπατραγοπαπάδων
Αιτιατικήτραγόπαπατραγοπαπάδες
Κλητικήτραγόπαπατραγοπαπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →