τρακαδόρικος
•
- που είναι σχετικό με τρακαδόρο Βικιλεξικό
- που προκύπτει από τράκα Βικιλεξικό
- Ο συμπαθέστατος μπαρμπα-Γιάννος, σε μια από τις ελάχιστες καφετέριες του χωριού, απολαμβάνει μονάχος ένα τσιγάρο (“τρακαδόρικο” διότι η σύνταξη δεν φτάνει πια και για πακέτο) παρέα με το καφεδάκι του (ελληνικό και σκέτο) (Ανεπανάληπτος!, 1 Φεβρουάριος 2011, lakonikos.gr, https://web.archive.org/web/20191228113708/https://lakonikos.gr/parapolitika/item/7285-anepanaliptos)
- παρασιτικός, αμακαδόρικος Βικιλεξικό
- Αυτή η παραγγελιά - ανοησία, που δέσποζε στις ειδήσεις των τρακαδόρικων ΜΜΕ, απευθυνόταν κυρίως στους ηλικιωμένους τηλεθεατές (Πανηγυρισμοί στο κυβερνείο της αποικίας!, 7 Αυγούστου 2014 avgi.gr, http://www.avgi.gr/article/10811/3601207/panegyrismoi-sto-kyberneio-tes-apoikias-)
Ετυμολογία
τρακαδόρικος < τρακαδόρος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρακαδόρικος | τρακαδόρικη | τρακαδόρικο |
| Γενική | τρακαδόρικου | τρακαδόρικης | τρακαδόρικου |
| Αιτιατική | τρακαδόρικο | τρακαδόρικη | τρακαδόρικο |
| Κλητική | τρακαδόρικε | τρακαδόρικη | τρακαδόρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρακαδόρικοι | τρακαδόρικες | τρακαδόρικα |
| Γενική | τρακαδόρικων | τρακαδόρικων | τρακαδόρικων |
| Αιτιατική | τρακαδόρικους | τρακαδόρικες | τρακαδόρικα |
| Κλητική | τρακαδόρικοι | τρακαδόρικες | τρακαδόρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →