Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρακατρούκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος μικρής κροτίδας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαπραγματοποίητες πομπώδεις απειλές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρακατρούκα < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρακατρούκατρακατρούκες
Γενικήτρακατρούκας—
Αιτιατικήτρακατρούκατρακατρούκες
Κλητικήτρακατρούκατρακατρούκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →