τρακατρούκα
•
- είδος μικρής κροτίδας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαπραγματοποίητες πομπώδεις απειλές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρακατρούκα < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρακατρούκα | τρακατρούκες |
| Γενική | τρακατρούκας | — |
| Αιτιατική | τρακατρούκα | τρακατρούκες |
| Κλητική | τρακατρούκα | τρακατρούκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →