τραμπάκουλας
•
- κυρίως για ιδιοκτήτη πλοίου ή καπετάνιο, ο πλοίαρχος, δευτερογενώς ο ναυτικός, ο μούτσος Βικιλεξικό
- μειωτικόφοβιτσιάρης, που φεύγει γρήγορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραμπάκουλας < τραμπάκουλ(ο) + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραμπάκουλας | τραμπάκουλες |
| Γενική | τραμπάκουλα | — |
| Αιτιατική | τραμπάκουλα | τραμπάκουλες |
| Κλητική | τραμπάκουλα | τραμπάκουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →