Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραμπάκουλας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κυρίως για ιδιοκτήτη πλοίου ή καπετάνιο, ο πλοίαρχος, δευτερογενώς ο ναυτικός, ο μούτσος Βικιλεξικό
  2. μειωτικόφοβιτσιάρης, που φεύγει γρήγορα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραμπάκουλας < τραμπάκουλ(ο) + -ας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραμπάκουλαςτραμπάκουλες
Γενικήτραμπάκουλα—
Αιτιατικήτραμπάκουλατραμπάκουλες
Κλητικήτραμπάκουλατραμπάκουλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →