τραμπολίνο
•
- όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ελαστικό και ανθεκτικό ύφασμα πάνω στο οποίο εκτελούνται ακροβατικές ασκήσεις Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραμπολίνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική trampolino < ιταλική trampoli < γερμανική trampeln (ποδοκροτώ, ποδοπατώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραμπολίνο | τραμπολίνα |
| Γενική | τραμπολίνου | τραμπολίνων |
| Αιτιατική | τραμπολίνο | τραμπολίνα |
| Κλητική | τραμπολίνο | τραμπολίνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →