τραμπουκοκρατία
•
- επικράτηση των τραμπούκων, της πρακτικής και των μεθόδων εκφοβισμού στην πολιτική ή κοινωνική ζωή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραμπουκοκρατία < τραμπούκος + -κρατία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραμπουκοκρατία | τραμπουκοκρατίες |
| Γενική | τραμπουκοκρατίας | τραμπουκοκρατιών |
| Αιτιατική | τραμπουκοκρατία | τραμπουκοκρατίες |
| Κλητική | τραμπουκοκρατία | τραμπουκοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →