τραμπούκο
•
- λαϊκόφιλοδώρημα, δωροδοκία Βικιλεξικό
- Πλησιάζοντας, λοιπόν, προς τις ημέρες των εκλογών αυτών (14-17 Μαΐου 1865, τότε οι εκλογές κρατούσαν τέσσερις ημέρες) αρχίζουν να εμφανίζονται στις εφημερίδες δημοσιεύματα με τη λέξη «τραμπούκο» ή «τραμπούκος». Πρώτη εμφάνιση χρονολογικά είναι στην εφημερίδα Αυγή (11-5-1865 σελ. 179): «Τραμπούκο, ρεμπάπι, αγιούτο στα καρά, είναι αι φράσεις της εποχής, τας οποίας σήμερα ακούει τις εις όλας τα γωνίας της πρωτευούσης, εις όλας τας πράξεις αγοραπωλησίας ψήφων. Και η μεν λέξις τραμπούκο προφερομένη εν τοις συλλόγοις των ψηφοθηρών και των κομματαρχών των είναι εν χρήσει όταν οι υποψήφιοι βουλευταί προσφέρωσιν έως 20 δραχμάς∙ ρεμπάπι από 20-100∙ και αγιούτο στα καρά όταν προσφέρωνται επέκεινα των 100 δραχμών. Αλλά από της χθες οι ανωτέρω λέξεις αντικατεστάθησαν δια της λέξεως γκαζ. Ο ακούων λοιπόν την λέξιν ταύτην εις καφφενεία, ταβέρνας, πρέπει να εννοήση «χρήματα».
Ετυμολογία
τραμπούκο < (άμεσο δάνειο) ισπανική trabucos (< παλιό πυροβόλο όπλο trabuco), τύπος πούρων που έδιναν πολιτικοί και κομματάρχες στους ανθρώπους τους και στους εκλογείς (μαρτυρείται από το 1865)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραμπούκο | τραμπούκα |
| Γενική | τραμπούκου | τραμπούκων |
| Αιτιατική | τραμπούκο | τραμπούκα |
| Κλητική | τραμπούκο | τραμπούκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →