τραπεζιέρης
•
- επάγγελμααυτός που υπηρετεί, που σερβίρει τους γευματίζοντες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραπεζιέρης < τραπέζ(ι) + -ιέρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπεζιέρης | τραπεζιέρηδες |
| Γενική | τραπεζιέρη | τραπεζιέρηδων |
| Αιτιατική | τραπεζιέρη | τραπεζιέρηδες |
| Κλητική | τραπεζιέρη | τραπεζιέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →