Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραπεζικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο εργαζόμενος σε τράπεζα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραπεζικός < τράπεζα + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραπεζική / τραπεζικός / τραπεζικότραπεζικές / τραπεζικοί / τραπεζικά
Γενικήτραπεζικής / τραπεζικού / τραπεζικούτραπεζικών / τραπεζικών / τραπεζικών
Αιτιατικήτραπεζική / τραπεζικό / τραπεζικότραπεζικές / τραπεζικούς / τραπεζικά
Κλητικήτραπεζική / τραπεζικέ / τραπεζικότραπεζικές / τραπεζικοί / τραπεζικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τραπεζικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τράπεζα, ή συναλλαγή μ΄ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραπεζικός < τράπεζα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραπεζικόςτραπεζικήτραπεζικό
Γενικήτραπεζικούτραπεζικήςτραπεζικού
Αιτιατικήτραπεζικότραπεζικήτραπεζικό
Κλητικήτραπεζικέτραπεζικήτραπεζικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραπεζικοίτραπεζικέςτραπεζικά
Γενικήτραπεζικώντραπεζικώντραπεζικών
Αιτιατικήτραπεζικούςτραπεζικέςτραπεζικά
Κλητικήτραπεζικοίτραπεζικέςτραπεζικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →