τραπεζικός
•
- επάγγελμαο εργαζόμενος σε τράπεζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραπεζικός < τράπεζα + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπεζική / τραπεζικός / τραπεζικό | τραπεζικές / τραπεζικοί / τραπεζικά |
| Γενική | τραπεζικής / τραπεζικού / τραπεζικού | τραπεζικών / τραπεζικών / τραπεζικών |
| Αιτιατική | τραπεζική / τραπεζικό / τραπεζικό | τραπεζικές / τραπεζικούς / τραπεζικά |
| Κλητική | τραπεζική / τραπεζικέ / τραπεζικό | τραπεζικές / τραπεζικοί / τραπεζικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →