τραπεζογραμμάτιο
•
- γραμμάτιο που εκδίδει η κεντρική τράπεζα κάθε χώρας για να χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές, το οποίο έχει αντίκρυσμα ή κάλυμμα στα αποθεματικά τής τράπεζας σε πολύτιμους λίθους· με την αναγκαστική κυκλοφορία και τη μη μετατρεψιμότητα των τραπεζογραματίων σε χρυσό ή οτιδήποτε άλλο αντιπροσωπεύουν, εξομοιώνονται με χαρτονομίσματα Βικιλεξικό
- η αναγκαστική κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων εν Ελλάδι ισχύει από το 1932 ως σήμερα
Ετυμολογία
τραπεζογραμμάτιο (μαρτυρείται από το 1865) < τράπεζα + γραμμάτιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπεζογραμμάτιο | τραπεζογραμμάτια |
| Γενική | τραπεζογραμμάτιου / τραπεζογραμματίου | τραπεζογραμματίων |
| Αιτιατική | τραπεζογραμμάτιο | τραπεζογραμμάτια |
| Κλητική | τραπεζογραμμάτιο | τραπεζογραμμάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →