τραπεζοειδής
•
- λόγιοπου είναι επίπεδος (όπως η επιφάνεια των τραπεζιών) Βικιλεξικό
- […] ἡ τραπεζοειδὴς χώρα τῆς Παταγονίας […] ἀρχίζει ὀλίγον βορείως τοῦ Ρίο Κολοράδο (από την Παγκόσμιον Γεωγραφίαν του Κλ. Λάκωνος (επιμ.), τόμ. 2, (Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, 1934), σ. 102)
- που έχει σχήμα τραπεζίου Βικιλεξικό
- Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flagellum), αποτελούμενο από 12 άρθρα και στα δύο φύλα (Μελέτη της μορφολογίας και βιοοικολογίας κηκιδόμυγας του γένους Asphondylia (near serpylli Kleffer 1898) σε φυτά θυμαριού Coridothym us capitatus (L) στο νησί Σάμος, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων 2009, σελ. 55 https://web.archive.org/web/20240727142908/https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/26334/1/%CE%9C.%CE%95.-%CE%9C%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%93%CE%91%CE%A1%CE%97%CE%A3%20%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A0%CE%9F%CE%A3.pdf)
Ετυμολογία
τραπεζοειδής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπεζοειδής | τραπεζοειδής | τραπεζοειδές |
| Γενική | τραπεζοειδούς | τραπεζοειδούς | τραπεζοειδούς |
| Αιτιατική | τραπεζοειδή | τραπεζοειδή | τραπεζοειδές |
| Κλητική | τραπεζοειδή / τραπεζοειδής | τραπεζοειδής | τραπεζοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπεζοειδείς | τραπεζοειδείς | τραπεζοειδή |
| Γενική | τραπεζοειδών | τραπεζοειδών | τραπεζοειδών |
| Αιτιατική | τραπεζοειδείς | τραπεζοειδείς | τραπεζοειδή |
| Κλητική | τραπεζοειδείς | τραπεζοειδείς | τραπεζοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →