τραστ
•
- οικονομίαμεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε πολύ μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση Βικιλεξικό
- οικονομίαεταιρεία που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία κάποιων (αποθανόντων, ανηλίκων κ.ά.) και να τους εκπροσωπεί νομικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραστ < (λόγιο δάνειο) αγγλική trust < με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *drowzdo (δυναμώνω, ισχυροποιώ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →