Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραστ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικονομίαμεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε πολύ μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση Βικιλεξικό
  3. οικονομίαεταιρεία που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία κάποιων (αποθανόντων, ανηλίκων κ.ά.) και να τους εκπροσωπεί νομικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραστ < (λόγιο δάνειο) αγγλική trust < με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *drowzdo (δυναμώνω, ισχυροποιώ)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →