τραυλίζω
•
- ιατρικήπάσχω από τραυλισμό Βικιλεξικό
- Είναι βραδύγλωσσος και τραυλίζει.
- κατ’ επέκτασηδυσκολεύομαι περιστασιακά να βρω τις κατάλληλες λέξεις ή να εκφέρω λόγο, κυρίως εξαιτίας συναισθηματικής έντασης Βικιλεξικό
- σπάνιομιλάω χαμηλόφωνα, συνήθως τρεμουλιάζοντας και κομπιάζοντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραυλίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραυλίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε τραυλ(ός) + -ίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τραυλίζω | τραυλίζεις | τραυλίζει | τραυλίζουμε | τραυλίζετε | τραυλίζουν / τραυλίζουνε |
| Παρατατικός | τραύλιζα | τραύλιζες | τραύλιζε | τραυλίζαμε | τραυλίζατε | τραυλίζαν / τραυλίζανε / τραύλιζαν |
| Αόριστος | τραύλισα | τραύλισες | τραύλισε | τραυλίσαμε | τραυλίσατε | τραυλίσαν / τραυλίσανε / τραύλισαν |
| Μέλλοντας | θα τραυλίζω / θα τραυλίσω | θα τραυλίζεις / θα τραυλίσεις | θα τραυλίζει / θα τραυλίσει | θα τραυλίζουμε / θα τραυλίσουμε | θα τραυλίζετε / θα τραυλίσετε | θα τραυλίζουν / θα τραυλίζουνε / θα τραυλίσουν / θα τραυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τραυλίσει | έχεις τραυλίσει | έχει τραυλίσει | έχουμε τραυλίσει | έχετε τραυλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τραυλίσει | είχες τραυλίσει | είχε τραυλίσει | είχαμε τραυλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τραυλίσει / να τραυλίζω / να τραυλίσω | να έχεις τραυλίσει / να τραυλίζεις / να τραυλίσεις | να έχει τραυλίσει / να τραυλίζει / να τραυλίσει | να έχουμε τραυλίσει / να τραυλίζουμε / να τραυλίσουμε | να έχετε τραυλίσει / να τραυλίζετε / να τραυλίσετε | να τραυλίζουν / να τραυλίζουνε / να τραυλίσουν / να τραυλίσουνε |
| Προστακτική | — | τραύλιζε / τραύλισε | — | — | τραυλίζετε / τραυλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →