Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραυλίζω

/tɾaˈvli.zo/ρήμα
•
  1. ιατρικήπάσχω από τραυλισμό Βικιλεξικό
    • Είναι βραδύγλωσσος και τραυλίζει.
  2. κατ’ επέκτασηδυσκολεύομαι περιστασιακά να βρω τις κατάλληλες λέξεις ή να εκφέρω λόγο, κυρίως εξαιτίας συναισθηματικής έντασης Βικιλεξικό
  3. σπάνιομιλάω χαμηλόφωνα, συνήθως τρεμουλιάζοντας και κομπιάζοντας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραυλίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραυλίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε τραυλ(ός) + -ίζω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτραυλίζωτραυλίζειςτραυλίζειτραυλίζουμετραυλίζετετραυλίζουν / τραυλίζουνε
Παρατατικόςτραύλιζατραύλιζεςτραύλιζετραυλίζαμετραυλίζατετραυλίζαν / τραυλίζανε / τραύλιζαν
Αόριστοςτραύλισατραύλισεςτραύλισετραυλίσαμετραυλίσατετραυλίσαν / τραυλίσανε / τραύλισαν
Μέλλονταςθα τραυλίζω / θα τραυλίσωθα τραυλίζεις / θα τραυλίσειςθα τραυλίζει / θα τραυλίσειθα τραυλίζουμε / θα τραυλίσουμεθα τραυλίζετε / θα τραυλίσετεθα τραυλίζουν / θα τραυλίζουνε / θα τραυλίσουν / θα τραυλίσουνε
Παρακείμενοςέχω τραυλίσειέχεις τραυλίσειέχει τραυλίσειέχουμε τραυλίσειέχετε τραυλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τραυλίσειείχες τραυλίσειείχε τραυλίσειείχαμε τραυλίσει——
Υποτακτικήνα έχω τραυλίσει / να τραυλίζω / να τραυλίσωνα έχεις τραυλίσει / να τραυλίζεις / να τραυλίσειςνα έχει τραυλίσει / να τραυλίζει / να τραυλίσεινα έχουμε τραυλίσει / να τραυλίζουμε / να τραυλίσουμενα έχετε τραυλίσει / να τραυλίζετε / να τραυλίσετενα τραυλίζουν / να τραυλίζουνε / να τραυλίσουν / να τραυλίσουνε
Προστακτική—τραύλιζε / τραύλισε——τραυλίζετε / τραυλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →