τραυματολογικός
•
- σχετικός με την τραυματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραυματολογικός < τραυματολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραυματολογικός | τραυματολογική | τραυματολογικό |
| Γενική | τραυματολογικού | τραυματολογικής | τραυματολογικού |
| Αιτιατική | τραυματολογικό | τραυματολογική | τραυματολογικό |
| Κλητική | τραυματολογικέ | τραυματολογική | τραυματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραυματολογικοί | τραυματολογικές | τραυματολογικά |
| Γενική | τραυματολογικών | τραυματολογικών | τραυματολογικών |
| Αιτιατική | τραυματολογικούς | τραυματολογικές | τραυματολογικά |
| Κλητική | τραυματολογικοί | τραυματολογικές | τραυματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →