Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραυματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την τραυματολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραυματολογικός < τραυματολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραυματολογικόςτραυματολογικήτραυματολογικό
Γενικήτραυματολογικούτραυματολογικήςτραυματολογικού
Αιτιατικήτραυματολογικότραυματολογικήτραυματολογικό
Κλητικήτραυματολογικέτραυματολογικήτραυματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραυματολογικοίτραυματολογικέςτραυματολογικά
Γενικήτραυματολογικώντραυματολογικώντραυματολογικών
Αιτιατικήτραυματολογικούςτραυματολογικέςτραυματολογικά
Κλητικήτραυματολογικοίτραυματολογικέςτραυματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →