τραφείς
•
- λόγιοπου τράφηκε ή ανατράφηκε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραφείς < αρχαία ελληνική τραφείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος τρέφω
Άλλοι τύποι
τραφέντραφέντατραφένταςτραφέντεςτραφέντοςτραφέντωντραφείςτραφείσατραφείσαςτραφείσεςτραφείσηςτραφεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →