Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραχανάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γαστρονομίαζυμαρικό για σούπα φτιαγμένο από αλεύρι, γάλα και αβγά καθώς και η ίδια η σούπα Βικιλεξικό
    • ο τραχανάς διακρίνεται σε ξινό και γλυκό
  2. μεταφορικάανόητος Βικιλεξικό
    • τι λες ρε, τραχανά!

Ετυμολογία

τραχανάς < τουρκική tarhana < οθωμανική τουρκική ترخانه (tarhana) < περσική ترخوانه (tarxʷâna: σούπα γιαουρτιού)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραχανάςτραχανάδες
Γενικήτραχανάτραχανάδων
Αιτιατικήτραχανάτραχανάδες
Κλητικήτραχανάτραχανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →