τραχηλιά
•
- ο πλατύς πρόσθετος γιακάς που φοριέται πάνω από φόρεμα ή πουκάμισο και συνηθίζεται στις παραδοσιακές ενδυμασίες Βικιλεξικό
- Τα συνόδευαν δυο απ' αυτούς με άσπρες τραχηλιές, ο ένας είχε γένια κι ο άλλος νεαρός, αμούστακος ακόμα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- η σαλιάρα Βικιλεξικό
- το πλατύ περιλαίμιο των ζώων Βικιλεξικό
- το κρέας γύρω από τον τράχηλο σφαγμένου ζώου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραχηλιά < τράχηλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχηλιά | τραχηλιές |
| Γενική | τραχηλιάς | τραχηλιών |
| Αιτιατική | τραχηλιά | τραχηλιές |
| Κλητική | τραχηλιά | τραχηλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →